Ο Άγιος Σάββας γεννήθηκε το 439. Καταγόταν από την κωμόπολη Μουταλάσκη της Καππαδοκίας και ήταν γιός ευσεβών γονέων του Ιωάννη και της Σοφίας.
Από τη νεαρή του ηλικία είχε έφεση προς την ησυχαστική ζωή και έτσι από μικρό παιδί εισήλθε στο Μοναστήρι των Φλαβιανών. Εκεί παρέμεινε μέχρι την ηλικία των δεκαέξι χρονών και ακολούθως θέλησε να αγωνιστεί κοντά στο Μέγα Ευθύμιο, ο οποίος, όμως, τον συμβούλευσε να πάει στην Ιερά Μονή του αγίου Θεοκτίστου, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Ο άγιος Σάββας υπάκουσε τον Μέγα Ευθύμιο και πήγε στην Ιερά Μονή του Θεοκτίστου, όπου έζησε εργαζόμενος τις εντολές του Κυρίου. Η έντονη ασκητική ζωή και οι αγιοπνευματικές αρετές, που κοσμούσαν το μέγεθος της προσωπικότητάς του, προκαλούσαν το θαυμασμό του Μεγάλου Ευθυμίου σε τέτοιο σημείο, ώστε αυτός ο μεγάλος ασκητής να αποκαλεί τον άγιο Σάββα παιδαριογέροντα.
Με την πάροδο του χρόνου, ο ευσεβής πόθος του Αγίου Σάββα να ασκητέψει κοντά στον Μέγα Ευθύμιο πραγματοποιήθηκε. Οι δύο αυτοί ασκητές έφευγαν τις περιόδους των νηστειών προς τις ερήμους, για περισσότερη προσευχή και αγώνα.
Ο Άγιος Σάββας έκτισε την περίφημη Λαύρα, όπου προσείλκυσε πολλούς μοναχούς.
Εκοιμήθη την 5η Δεκεμβρίου του 532, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του.
...Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι... Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην α΄ 1 – 17
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι' αὐτοῦ. οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ' ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν λέγων· Οὗτος ἦν ὃν εἶπον, Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.